ΣΦΕΕ: Η πραγματικότητα στο χώρο του φαρμάκου

ΣΦΕΕ: Η πραγματικότητα στο χώρο του φαρμάκου

09.03.18, 08:20

ΣΦΕΕ: Η πραγματικότητα στο χώρο του φαρμάκου

Σύσσωμος ο κλάδος του φαρμάκου καταδικάζει οποιαδήποτε παράνομη πράξη και εκφράζει την εμπιστοσύνη του στην Ελληνική Δικαιοσύνη, ώστε να διαλευκανθούν οι εικασίες το ταχύτερο δυνατό, αναφέρεται σε  κοινή ανακοίνωση του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) και του του PhRMA Innovation Forum.

«Οφείλουμε να επισημάνουμε, όμως, ότι ο δημόσιος διάλογος περιλαμβάνει ανακρίβειες, υπερβολές και φήμες, οι οποίες δημιουργούν -εσκεμμένα ή μη- λανθασμένες εντυπώσεις και επηρεάζουν αρνητικά τους ασθενείς και την κοινή γνώμη, δημιουργώντας έντονη ανασφάλεια και αμφισβήτηση. Επιχειρούν δε, να μηδενίσουν τη συνεισφορά ενός ολόκληρου κλάδου όχι μόνο στην υγεία των πολιτών αλλά και στην εθνική οικονομία», επισημαίνουν οι δύο φορείς.

Παραθέτουν  δεδομένα που όπως αναφέρουν «σχετίζονται με το χώρο του φαρμάκου, του οποίου το πλαίσιο λειτουργίας είναι υπερ-ρυθμισμένο από το Κράτος, και ίσως άγνωστο στο ευρύ κοινό».

Ασθενείς και Δημόσιο Σύστημα Υγείας

Μεταξύ άλλων σημειώνουν ότι ο Φαρμακευτικός κλάδος προσφέρει καλύτερη και περισσότερη ζωή στους Έλληνες ασθενείς και στηρίζει το Δημόσιο Σύστημα Υγείας εξοικονομώντας σημαντικούς πόρους.  Τονίζουν ότι συνολικά το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα αυξήθηκε ακριβώς κατά 2 χρόνια, από τα 74,7 έτη στα 76,7, ενώ το προσδόκιμο επιβίωσης στην Ελλάδα το 2015 κυμάνθηκε στο μέσο όρο των χωρών της ΕΕ, στα 81,1 έτη. «Η παραπάνω αύξηση οφείλεται κατά 44% στην εισαγωγή καινοτόμων φαρμάκων».  Παράλληλα, σημειώνουν ότι τα  φάρμακα εξοικονομούν πόρους δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, επισημαίνοντας ότι «για την περίοδο 2000-2009 συνέβαλαν σε τέτοια μείωση του χρόνου νοσηλείας των ασθενών, που οδήγησε σε μείωση τους κόστους νοσηλείας εξοικονομώντας δημόσια δαπάνη σε ποσοστό πάνω από 60%».

Φαρμακευτική Δαπάνη στα μνημονιακά χρόνια

ΣΦΕΕ και PhRMA Innovation Forum, υποστηρίζουν ότι , σύμφωνα με μελέτες η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης οφείλεται κυρίως στην αύξηση της κατανάλωσης των φαρμάκων, η οποία συνοδεύεται από αυξημένη ιδιωτική συμμετοχή που ανέρχεται σε 25% περίπου. Τονίζουν ότι η Πολιτεία αδυνατεί να αυξήσει τη διείσδυση των γενοσήμων (πράγμα που θα εξοικονομούσε στο σύστημα σημαντικά κονδύλια, αφήνοντας χώρο στην καινοτομία), να ελέγξει την συνταγογράφηση, δηλαδή την ζήτηση (στα χρόνια της κρίσης οι συνταγές αυξήθηκαν από 4,5 εκατ. σε 6,5 εκατομμύρια το μήνα), δεν ενημερώνει το κοινό να απέχει από την υπερβολική κατανάλωση φαρμάκων,ενώ δεν μπορεί να ελέγξει ούτε τις προμήθειες των φαρμακείων των νοσοκομείων.

Αναφέρουν ότι οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν ως σήμερα για τον εξορθολογισμό των δαπανών, « εστιάστηκαν ως επί το πλείστον στο φάρμακο, το οποίο αφορά μόνο στο 15% των συνολικών δαπανών υγείας, μην αγγίζοντας το υπόλοιπο 85%. Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη στα χρόνια της οικονομικής κρίσης έχει μειωθεί κατά 62%. Η εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα, που έχει οριστεί τα τελευταία 3 χρόνια στα ?1,945 δις και η νοσοκομειακή στα ?530 εκατ., δεν επαρκεί να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού. Ωστόσο, η δραστική μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης τα τελευταία χρόνια δεν επηρέασε την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες αυτές, γιατί οι φαρμακευτικές εταιρίες μέσω των υποχρεωτικών εκπτώσεων κι επιστροφών έχουν απορροφήσει τη μείωση της δαπάνης, δηλαδή την όποια υπέρβασή της την πληρώνει ως υποχρεωτική επιστροφή ο φαρμακευτικός κλάδος (clawback)». Οι δύο φορείς αναφέρουν ότι ο φαρμακευτικός κλάδος «αποτελεί  κύριο πυλώνα χρηματοδότησης του συστήματος Υγείας, συνεισφέροντας στο 1/3 της φαρμακευτικής δαπάνης (μόνο για το 2017 επιστρέψαμε πάνω από ?1 δις στο δημόσιο), 4 φορές πάνω από τον αντίστοιχο Ευρωπαϊκό μέσο όρο και παράλληλα το υψηλότερο ποσοστό από κάθε άλλο κλάδο της Ελληνικής οικονομίας».

Τιμολόγηση – Αποζημίωση

«Η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν οφείλεται στις τιμές των φαρμάκων. Οι αιτίες αύξησης συνδέονται κυρίως με τη μη ελεγχόμενη κατανάλωση φαρμάκων και όχι με τις τιμές», επισημαίνουν οι δύο φορείς.

Αναφέρουν ότι η τιμολόγηση φαρμάκων είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του Κράτους, είναι αυστηρά νομοθετημένη και οι τιμές προκύπτουν από τον μέσο όρο των τριών χαμηλοτέρων τιμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, των 27 χωρών, ενώ το καλάθι των χωρών το επιλέγει ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ). Προσθέτουν ότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν επιτρέπει αυξήσεις τιμών, εκτός αν πρόκειται για διόρθωση λαθών. «Τυχόν ανοδικές αναπροσαρμογές τιμών γίνονται σπάνια για λόγους δημόσιας υγείας (κυρίως λόγω κινδύνου απόσυρσης μοναδικών φαρμάκων, ανάλογα με τη σοβαρότητα νόσων και την ύπαρξη εναλλακτικών θεραπειών)». ΣΦΕΕ και PhRMA Innovation Forum, προσθέτουν ότι «διαχρονικά η πολιτική υγείας περιορίζεται μόνο σε μειώσεις τιμών και, παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις μας, συνεχίζουν να υπάρχουν φάρμακα που έχουν τιμή χαμηλότερη από την χαμηλότερη τιμή παραγωγού στην Ε.Ε., καταστρατηγώντας την ισχύουσα νομοθεσία και στρεβλώνοντας τον υγιή ανταγωνισμό. Το μοντέλο τιμολόγησης έχει στερέψει από εξοικονομήσεις και απλά διαιωνίζει τις στρεβλώσεις, με αποτέλεσμα την απόσυρση 240 καταξιωμένων φαρμάκων από την αγορά τα τελευταία δύο χρόνια. Το κυριότερο, όμως, είναι πως η στρεβλή προς τα κάτω τιμολόγηση, δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους επάρκειας προϊόντων και αύξηση των  επανεξαγωγών εισαγόμενων φαρμάκων, με αποτέλεσμα το συχνό φαινόμενο ελλείψεων στα φαρμακεία».

Αυτορρύθμιση – Ιατρική Εκπαίδευση – Διαφάνεια

«Ο Φαρμακευτικός κλάδος διαχρονικά στηρίζει και προάγει το πλαίσιο της νομιμότητας, της διαφάνειας και της πλήρους δημοσιοποίησης, με στόχο την διασφάλιση της δίκαιης και απρόσκοπτης πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών στα φάρμακα και τη στήριξη των Ελλήνων επιστημόνων και της ιατρικής επιστήμης. Οι σχέσεις του κλάδου με τους επαγγελματίας υγείας είναι αυστηρά νομοθετημένη και όλες οι εκδηλώσεις, συνέδρια κ.λπ. εγκρίνονται από τον ΕΟΦ, ενώ και ο ΣΦΕΕ επιβάλει επιπλέον αυστηρούς κανονισμούς», αναφέρεται στην ανακοίνωση. Προσθέτουν επίσης, ότι «η σχέση των επαγγελματιών υγείας με τις φαρμακευτικές εταιρίες αποτελεί νόμιμη μορφή συνεργασίας όπως ισχύει και σε όλες τις χώρες του κόσμου. Προβλέπεται σε νόμο και εξασφαλίζει στους ασθενείς ότι τα φάρμακα που κυκλοφορούν είναι ασφαλή και οι επαγγελματίες υγείας είναι ενημερωμένοι».  Επίσης, προσθέτουν, «οι αμοιβές των επαγγελματιών υγείας για παροχή επιστημονικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τις φαρμακευτικές εταιρίες είναι καθ? όλα νόμιμες βάσει αυστηρού πλαισίου δεοντολογίας (όπως ισχύει και σε όλες τις χώρες του κόσμου) και οι δαπάνες εκπαίδευσής τους έχουν συγκεκριμένο πλαφόν που προβλέπεται: α) από εγκύκλιο του ΕΟΦ, β) από Υπουργική απόφαση, και γ) από τον Κώδικα Δεοντολογίας. Επίσης, δημοσιοποιούνται και στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ, ήδη από ιδρύσεως της το 2010, στην ιστοσελίδα του ΕΟΦ και στην ιστοσελίδα της κάθε φαρμακευτικής εταιρίας».

Έρευνα και Ανάπτυξη

«Ο Φαρμακευτικός κλάδος επενδύει στην Έρευνα και την Ανάπτυξη, ενισχύει την Εθνική Ανταγωνιστικότητα, την Εθνική Οικονομία και απασχολεί υψηλού επιπέδου επιστημονικό προσωπικό», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

«Επενδύουμε στην Έρευνα και την Ανάπτυξη και ενισχύουμε την Εθνική μας Ανταγωνιστικότητα. Αποτελούμε μία ισχυρή Εθνική φαρμακευτική παραγωγική δύναμη, με περισσότερες από 150 εταιρίες και 28 εργοστάσια, απασχολώντας περισσότερες από 26.000 άμεσες και 86.000 έμμεσες θέσεις εργασίας, με το 64% να είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όταν στο σύνολο της οικονομίας είναι 22,7%. Είμαστε η τρίτη εξαγωγική δύναμη της πατρίδας μας, εξάγοντας σε 141 χώρες, με επίδραση που αγγίζει τα ?6 δις συνεισφέροντας κατά 3,5% στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας».

Προσθέτουν ότι «βασικό μοχλό ανάπτυξης και επιστημονικής και κοινωνικής προόδου αποτελεί τεκμηριωμένα η κλινική έρευνα, που είναι μια από τις πλέον παραγωγικές επενδύσεις, με εξαιρετικά υψηλή προστιθέμενη αξία για την πραγματική οικονομία. Σήμερα, η διεξαγωγή κλινικών μελετών στη χώρα μας, παρά τις πολλές γραφειοκρατικές δυσκολίες και τα αντικίνητρα, συνδέεται με την εισροή σημαντικών ιδιωτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό που αγγίζουν τα ?80 εκατ. ετησίως με τη διεξαγωγή 2.265 κλινικών μελετών (2017). Στόχος μας είναι η χώρα μας να προσελκύσει τις επενδύσεις που δικαιούται σε κλινική έρευνα και να τις τριπλασιάσει σε βάθος τριετίας, φτάνοντας και τα ?250 εκ. το χρόνο».

ΣΦΕΕ και PhRMA Innovation Forum , καταλήγουν ότι «χρειάζεται τώρα και με αφορμή την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια να γίνουν ρεαλιστικές παρεμβάσεις, όπως μία λογική αναδιαμόρφωση του συνολικού προϋπολογισμού του φαρμάκου με οροφή στο clawback, επιβολή μέτρων ελέγχου της συνταγογράφησης, όπως υποχρεωτική εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και των μητρώων ασθενών, αξιολόγηση των τεχνολογιών της υγείας, νέα τιμολογιακή πολιτική σε ετήσια βάση, προγράμματα πρόληψης κι ενημέρωσης, ώστε να μειωθεί η άσκοπη κατανάλωση φαρμάκων και αύξηση της χρήσης γενοσήμων».

πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Μοιράσου το:

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.