ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ, Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ (μέρος δεύτερο)

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ, Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ (μέρος δεύτερο)

12.06.19, 09:50

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ, Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

“ΟΙ ΕΛΕΓΕΙΕΣ”

(μέρος δεύτερο)

Εισηγητής : Θανάσης Κανλής, Φιλόλογος

Μια πρώτη ανάγνωση

Γ’  “Οι ελεγείες” του Γιώργου Καφταντζή.     

Οι “ελεγείες” του Γιώργου Καφταντζή καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο, 1940-1970, όπως δηλώνεται στην προμετωπίδα της έκδοσης. Αυτή η περίοδος περιλαμβάνει συνταρακτικά γεγονότα-ιδίως η πρώτη δεκαετία της- τα οποία υπήρξαν το έναυσμα  για πολλά ποιήματά του. Βίωσε γεγονότα ολέθρου και αγριότητας, απηχήσεις των οποίων περιέχονται στην ποίησή του, όχι από την ιστορική τους άποψη, αλλά από την άποψη του πάσχοντος ανθρώπου, του ανθρώπου που δοκιμάζεται έως θανάτου. Αυτή η διάσταση είναι που δίνει, κυρίως, το ιδιαίτερο στοιχείο της ποίησής  του στις “ελεγείες”. Αναφέραμε στα προηγούμενα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελεγειακής ποίησης: ελεγειακό δίστιχο, περιεχόμενο θρηνητικό, έντονες ψυχικές διαθέσεις, όπως χαρά, λύπη, ερωτική ανησυχία, πολεμική αγωνία, φιλοσοφική και ηθική διάθεση. Από όλα αυτά τα στοιχεία της αρχαίας ελεγείας στα μεταγενέστερα  χρόνια ένα μόνο στοιχείο, κυρίως, παρέμεινε και χαρακτηρίζει την σύγχρονη ελεγεία: η θρηνητική διάσταση. Σ΄ αυτή την κατεύθυνση κινείται η ελεγειακή ποίηση του Γιώργου Καφταντζή, και μάλιστα με μια ακραία διάσταση της ανθρώπινης ζωής, τον θάνατο. Τον θάνατο όχι με την φιλοσοφική ή θρησκευτική ενατένισή του, ούτε σαν γεγονός φυσική ή τυχαίο που συμβαίνει  στον άνθρωπο, αλλά τον θάνατο που προκαλείται από τον ίδιο τον άνθρωπο στον συνάνθρωπό του. Γι αυτό και η ποίηση του Γιώργου Καφταντζή, κάποτε, συνταράζει τον αναγνώστη, αφού περιέχει στοιχεία και εικόνες με έντονο ρεαλισμό, που προκαλούν τα παραπάνω συναισθήματα. Οι “ελεγείες” του δεν προβληματίζουν απλώς, σκοτεινιάζουν τον περίγυρο του αναγνώστη, του δημιουργούν, κάποτε, φρίκη  και αποτροπιασμό (αναφέρομαι, κυρίως, στις εκτελέσεις για τις οποίες θα γίνει λόγος στη συνέχεια). Όμως υπάρχουν, και πολλές μάλιστα, και πιο ήπιες αναφορές σχετικά με τον θάνατο, στις οποίες θα γίνει, επίσης, αναφορά.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησης του Γιώργου Καφταντζή, σε σχέση με τις “ελεγείες”, είναι  η πυκνή αναφορά στη γυναίκα, κυρίως χωρίς να την ονοματίζει· λίγες είναι οι περιπτώσεις που αναφέρεται  επώνυμα σε κάποιες γυναίκες, όπως στην ενότητα “τέσσερεις γυναίκες”: Μελάνθη, Ήριννα, Πραξίλλα, Ψαμμάνθη (αρχαίες γυναίκες), η Ρόζα Μιραλάι, η Ροζαλία και, προπάντωω, η Ιωάννα, η αδελφή του. Στις περισσότερες περιπτώσεις την παρουσία της την αντιλαμβανόμαστε  από το άρθρο ή το επίθετο γένους θηλυκού, ή από την σχετική περιγραφή.

Ανιχνεύουμε αναφορές άμεσες ή έμμεσες -αυτές είναι οι περισσότερες- σχετικά με τα συνταρακτικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940 (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ελληνικός εμφύλιος).

Οι Σέρρες αυτής της περιόδου και η περιφέρειά τους έχουν συχνή παρουσία στους στίχους του, τιμή, οφειλόμενη στη γενέτειρα γη, στους κατοίκους και ενδεχομένως σε φίλους. Η Ιωάννα, ο σταθμός του Χατζή-Μπελίκ, το κοιμητήριο  της Ηράκλειας, το Καλόκαστρο, ο Στρυμόνας, ο Μύρκινος, ο Γάζωρος, ο Σοχός, η Ανατολική Μακεδονία, το Παγγαίο, η Ζίχνη, ο Αχινός, το κάστρο του Ούγκλεση, ο λόφος των Σερρών, η Παλιά Μητρόπολη έχουν ονομαστικά τη θέση τους στις “ελεγείες”  του Γιώργου Καφταντζή. Ο Γιώργος Καφταντζής βίωσε τα γεγονότα αυτά μέσα στη φωτιά του πολέμου, στη μάχη της Κρήτης και στην Εθνική Αντίσταση, σ΄ όλο το διάστημα της Κατοχής.

Κι αυτή η βιωματική συμμετοχή, φαίνεται, τον επηρέασε  καταλυτικά και τον εξοικείωσε με τον θάνατο και σφράγισε ένα μεγάλο μέρος του ποιητικού του λόγου, τόσο ώστε να μην διστάζει να τον περιγράφει και στις πιο ακραίες εκφάνσεις του.

Ο ακροατής που ακούει όσα εκτέθηκαν έως τώρα θα αναρωτιέται – και πολύ δικαιολογημένα: αυτή είναι η ποίηση που θα με οδηγήσει σε δρόμους ανώτερους της καθημερινότητάς μου, που θα με σφυρηλατήσει πνευματικά και ηθικά, που η ανάγνωσή της θα μου  ανοίξει ορίζοντες δράσης και συναισθημάτων και θα ενδυναμώσει μέσα μου την πνευματικότητα και την ανθρωπιά; Η τέχνη είναι για να δημιουργεί στον θεατή / αναγνώστη αρνητικά συναισθήματα, και προπάντων, απαισιοδοξία για την ζωή, είναι για προβάλλει την  αποκλίνουσα συμπεριφορά του ανθρώπου ή να μεγιστοποιεί καταστάσεις που σαν μαύρος πέπλος θαμπώνουν την ομορφιά της ζωής, την διάθεση για δημιουργία, που οδηγούν, ενδεχομένως, στην άρνηση και στην παραίτηση; Και πιο συγκεκριμένα, γιατί τόσο ζόφο και αγριότητα  ή θαμπάδα και σκοτεινιά συναντούμε στην ποίηση του αγαπητού συμπατριώτη μας ποιητή Γιώργου Καφταντζή;

Αν μείνουμε σε όσα εκτέθηκαν έως τώρα, θα αδικήσουμε  την ποίηση – και μάλιστα κατάφορα – την ποίηση του Γιώργου Καφταντζή. Αυτή δεν είναι  η όλη εικόνα της ποίησής του. Ή, καλύτερα, αυτή δεν είναι η πρόθεσή του, ο στόχος της ποιητικής του δημιουργίας. Είναι για να δώσει το δικό της μήνυμα, που συνήθως το ανευρίσκουμε στο δεύτερο μέρος των ποιημάτων του. Εκεί όπου εικόνες γεμάτες φως, χρώματα, συναισθήματα ανατρέπουν κάθε τι αρνητικό  που προέκυψε στην αρχή, κυρίως, του ποιήματος. Και αυτά ανακουφίζουν τον αναγνώστη, τον επαναφέρουν σε καταστάσεις ηρεμίας, γαλήνης και, ακόμη, δικαιώνουν την ποίηση σαν έκφραση του μεγάλου, του ωραίου και του αληθινού. Όμως πέρα από αυτό, μέσα στις “ελεγείες” του Γιώργου Καφταντζή υπάρχουν ποιήματα, διάσπαρτα, σαν μικρές φωτεινές ψηφίδες, πραγματικές οάσεις, καταφύγια γαλήνης και πηγές συναισθημάτων· και επιλεκτικά αναφέρω  το τρυφερό “άφησέ με να οδηγήσω”, το υποβλητικό “Ο σταθμός του Χατζή-Μπελίκ”, το απρόσμενα πλήρες καλοσύνης “παράκληση”.

Τέλος ένα ακόμη γνώρισμα της ποίησης του Γιώργου Καφταντζή -από αυτά τουλάχιστον που μπόρεσα να αποκρυπτογραφήσω, γιατί πολλά σημεία των “ελεγειών” του είναι δυσερμήνευτα και οι συμβολισμοί τους ιδιαίτερα  προσωπικοί, έτσι που δυσκολεύουν την πλήρη διαλεύκανση του λόγου και των προθέσεων του ποιητή (ποιητική, σελ. 145, τέλος) και μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις ή και να δημιουργήσουν ανυπέρβλητες  δυσκολίες προσέγγισης – ένα ακόμη γνώρισμα της ποίησής του είναι η προσπάθειά του να σκηνοθετήσει κάποια ποιήματά τού, να τους δώσει θεατρική διάσταση. Είναι γνωστό ότι ο ποιητής μας ασχολήθηκε με το θέατρο από πολύ νωρίς. Έχω σημειώσει  πάνω από δέκα τίτλους θεατρικών έργων του σε διάφορα είδη θεατρικού λόγου – επιθεωρήσεις, μονόπρακτα, δίπρακτα – και ακόμη έναν τόμο με συνολικά δέκα μονόπρακτα. Ενδεικτικά αναφέρω: τις θεατρικές επιθεωρήσεις “ Ό,τι θέλει ο λαός”, “Εαμική παρέλαση”, “Σερραϊκές τρέλες”, τα μονόπρακτα “Η προίκα”,  “Το φονικό” και την πραγματεία του “Θέατρο στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας τον καιρό της Κατοχής”.

Αυτή η διάσταση των ενδιαφερόντων και των ενασχολήσεών του, αποτυπώνεται μερικώς και σε ορισμένα ποιήματά του, άλλοτε έντονα, όπως στα “Μοιρολόγια της Ιωάννας”, αλλά και σε άλλα ποιήματά του σε πιο ήπια μορφή και με μεγαλύτερη συμπύκνωση, όπως στο ποίημα “Ο σταθμός του Χατζή Μπελίκ”. Αυτή η επιλογή  του δυναμώνει τον ποιητικό λόγο, αφού του προσθέτει μια ανεπαίσθητη κινητικότητα και μια ποικιλία διαδοχικών εικόνων.

α. Τα μοιρολόγια της Ιωάννας.

Πρώτο ποίημα στη συλλογή είναι “Τα μοιρολόγια της Ιωάννης”. Η θέση αυτή του ποιήματος ίσως υπαινίσσεται  διττή ανάγνωση. Είναι η ελεγεία ενός πολύ αγαπημένου προσώπου του ποιητή, που δικαιωματικά προηγείται έναντι όλων των άλλων.

Αυτή είναι η αξιολογική, συναισθηματικά, θέση του ποιήματος. Η άλλα άποψη έχει να κάνει με την χρονολογία σύνθεσης της ελεγείας. Η διαμόρφωσή της σε τετράστιχες στροφές, όπως και η  ομοιοκαταληξία, δείγματα της παραδοσιακής ποίησης, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι “τα μοιρολόγια της Ιωάννας” είναι από τα πρώτα ποιητικά δημιουργήματα του ποιητή, αφού στα υπόλοιπα ποιήματα  της συλλογής ακολουθεί τον τρόπο έκφρασης της σύγχρονης, της μοντέρνας ποίησης. Εν κατακλείδι, φαίνεται να ισχύουν, ταυτόχρονα και τα δύο.

Ένας προσωπικός θρήνος, ο θρήνος του ποιητή για την απώλεια της  αδελφής του, είναι τα μακρόσυρτα “μοιρολόγια της Ιωάννας”. Το ποίημα  έχει δομή αρχαίας τραγωδίας. Είναι διαρθρωμένο σε επεισόδια· τα τιτλοφορεί ο ίδιος ο ποιητής: ο χαρούμενος καιρός  της νιότης, η μακριά και τυραννική αρρώστια, ο ερχομός του θανάτου, θρήνοι, η Μάνα, οι μοιρολογίστρες γριές, η ταφή, Μνημόσυνα. Όλα αυτά  συνθέτουν έναν τραγικό θίασο, που δρα και κινείται όχι τόσο στον εξωτερικό χώρο, στο νεκροστολισμένο δωμάτιο της Ιωάννας, όσο μέσα στο νου και τη σκέψη του ποιητή. Και η σύνθεση έχει όλα τα τραγικά στοιχεία:  τα θανατικό, τους πρωταγωνιστές (Ιωάννα, Μάνα και από μια ιδιαίτερη οπτική ο ίδιος ο ποιητής), τον χορό (οι γερόντισσες μοιρολογίστρες) και προπάντων το χαρακτηριστικό της τραγωδίας ως “….πράξεως…. τελείας, μέγεθος εχούσης….” δηλαδή ότι είναι πράξη τέλεια καθ΄ ευατήν  η οποία έχει αρχή, μέση και τέλος, καθώς και κάποιο μέγεθος, όπως περιγράψαμε λίγο πριν· και η κάθαρση επιτυγχάνεται με την τελευταία ενότητα “Μνημόσυνα”, έκφραση που ανακουφίζει τον ποιητή, αλλά και τον αναγνώστη, γι΄ αυτή την αναπάντεχη και ανείπωτη συμφορά.

Ένας χείμαρρος επιθέτων, συνθέτων λέξεων, καλοσύνης (5η στροφή, σελ. 4), αστείρευτου λυρισμού, ατέλειωτων συναισθημάτων, τρυφερών υποκοριστικών (σελ. 10, όλη), γεμάτων θέρμη και αγάπη,  ένας ύμνος στην αδελφή, στα νιάτα και στην ομορφιά των νεανικών χρόνων είναι “τα μοιρολόγια της Ιωάννας”. Φως και χρώματα, μύρα και ευωδιές διαλύουν το μουντό και μαύρο του θανάτου και σκορπίζουν ομορφιά, απαλύνοντας τον πόνο του αιώνιου χωρισμού.

Θα διαβάσουμε, επιλεκτικά, κάποια αποσπάσματα  από “τα μοιρολόγια της Ιωάννας”.

“Τα μοιρολόγια της Ιωάννας”

Μελένιο, υγρό και καθαρό

το μάτι σου σεμνό το φως του πρωινού είχε ξεπεράσει

κι ήταν σε δίσκο αργυρό

τ΄  αχείλει το παιδιάστικο φρέσκο μοσχοκεράσι.

 *

Καμαρωτή , μεθυστική

λιγνή μου δεντρολιβανιά στην άκρια της αβύσσου

ποια σε κεραύνωσε κακή

μπόρα και στάχτη σκόρπισε  το μυρωδάτο ανθί σου;

*

Τη δύναμή σου τη στερνή

τη σκόρπισες όλους φιλιά χάδια να μας κεράσεις

μόλις ψίχουλα ταπεινή

ένιωσες πως δεν έμενε  καιρός να μας χορτάσεις.

*

Βασανισμένη μου αδελφή

παρθένα λεπτοκάματη  κρουσταλλοβραχιονάτη

πώς της αρρώστιας η κρυφή

θέρμη σα νάσουν  σ΄ έλυωσε παραμυθιού χιονάτη;

*

Βλαστάρι δροσιάς ομορφιάς

τη νιότη που καθρέφτιζες στα μάτια σου με χάρη

βασίλειο μαύρης λησμονιάς

του Πικροχάρου  στόλισες κι έγινες το καμάρι.

*

Χλωμά χειλάκια σφαλιχτά

και φως στην κόμη που στιφό βασίλεψε ωιμένα

διάφανα χέρια σταυρωτά

στήθια που γλυκοσάλευαν και στέκουν πετρωμένα.

*

Ήσουν και συ μια λυγερή

κάποτε μυριοχάριτη γλυκούλα μαγιοπούλα

ποιος το ΄λπιζε  να σε θωρεί

κέρινη  να μου κείτεσαι  λιόκαλη μου κορούλα.

*

΄Ησουνα σκίρτημα λαφιού

συντριβανιού μουρμουρητό, άρωμα της μυρσίνης

μελένιες  ρόγες αμπελιού

πως άμετρο  σε τύλιξε σάβανο λησμοσύνης;

*

Χρυσή καντίλα, μελιχρύ

έκαιγες το ροδέλαιο  στα σματομάγουλά σου

τώρα σβησμένη και σταυρό

μ΄ άσπρα κουφέτα νυφικά κεντούν στα κόλλυβά σου.  

*

Προσήλια πετροβυσσινιά

σμαραγδοφιλντισένια μου πριν δέσουν οι καρποί σου

άγρια σε πλάκωσε χιονιά

και μούχλιασε τα βύσσινα κι έριξε το κορμί σου.

*

Σε κλαιν  οι έρωτες σκυφτεί

πάνω στο μνήμα τ΄ ανοιχτό, παιδούλα συμφορά σου

σα μυγδαλίτσα βιαστική

μας πήρες τ΄  άνθη αφήνοντας τα πικραμύγδαλά σου.

*

Χρώματα, μύρα και χυμοί

τριαντάφυλλο  το εντάφιό σου αίμα μυροβολάει

εσύ  ΄σαι το ζεστό ψωμί

εσύ και το λιαστό κρασί γλυκά που αφροκυλάει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:
Μοιράσου το:

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.